μεγαλκής Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell μεγ·αλκής, ής, ές, c. μεγαλαλκής, A. Pl. 105. μεγαλκής, ές, = μεγαλαλκής, θήρ, Ep.adesp. 292 (Plan. 105). μεγαλκής μεγ-αλκής, ές = μεγαλαλκής, Anth.