Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλογνωμέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγαλήτωρ
μεγαλήφατος
μεγαλίζομαι
μεγαλίζω
μεγαλικός
μεγαλικώτατος
μεγάλιστος
μεγαλίστωρ
Μεγαλιῶται
μεγαλκής
Μεγάλλειον
μεγάλλειον
μεγάλλιον
μεγάλλιον μύρον
μεγαλο
μεγαλόβιος
μεγαλοβλαβής
μεγαλοβόας
μεγαλόβομβος
μεγαλοβόος
μεγαλόβοτος
μεγαλόβουλος
μεγαλοβραχίων
μεγαλοβρεμέτης
μεγαλόβρομος
μεγαλόβρυχος
μεγαλόβωλος
μεγαλογάστωρ
μεγαλογκία
μεγαλογκίη
μεγαλογνωμέω
μεγαλογνωμονέω
μεγαλόγνωμος
μεγαλογνωμοσύνη
μεγαλογνώμων
μεγαλογραφέω
μεγαλογραφία
μεγαλοδαίμων
μεγαλοδάπανος
μεγαλόδενδρος
μεγαλόδηλος
μεγαλοδοξία
μεγαλόδοξος
μεγαλοδόξως
μεγαλόδουλος
μεγαλόδουπος
μεγαλόδους
μεγαλοδυναμέομαι
μεγαλοδυναμία
μεγαλοδύναμος
μεγαλοδωρεά
μεγαλοδωρέομαι
μεγαλοδωρία
μεγαλόδωρος
μεγαλοειδῶς
μεγαλοείμων
μεγαλοεργ
μεγαλοεργέω
μεγαλοέργημα
μεγαλοεργής
μεγαλοεργία
…
μεγαλογνωμέω
Save
Pape
μεγαλογνωμέω
, (statt μεγαλογνωμονέω),
große, edle Gesinnung haben
, DC. 63.25.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}