μεγαλογάστωρ
μεγαλογάστωρ, big-bellied
μεγᾰλο-γάστωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- big-bellied, Sch. A. Th. 1035.
μεγαλογάστωρ, ορος, großbäuchig, Schol. Aesch. Spt. 1043.
μεγαλογάστωρ, big-bellied