μεγαλεπίβουλος
μεγαλεπίβουλος, harbouring great designs
μεγᾰλ-επίβουλος, ον,
- harbouring great designs, Corn. ND 22.
μεγαλ·επίβουλος, ος, ον [ᾰῐ] qui accomplit de grandes choses, Pol. 15, 37, 1 ; DS. 1, 19, etc.
Étym. μ. ἐπίβουλος.
μεγαλεπίβουλος, v.l. für μεγαλεπίβολος, DS. 1.19.