μεγαλόρριζος
μεγαλόρριζος, with large roots
μεγᾰλό-ρριζος, ον,
- with large roots, Dsc. 2.156, dub. l. in Thphr. CP 2.3.8 (ἐλαιηρότεραι cj. Wimmer).
μεγαλό·ρριζος, ος, ον [ᾰ] qui a de grandes racines, Th. C.P. 2, 3, 8.
Étym. μ. ῥίζα.
μεγαλόρριζος, großwurzelig, Theophr.