μεγαλόσαρκος
μεγαλόσαρκος, great of flesh
μεγᾰλό-σαρκος, ον,
- great of flesh, LXX Ez. 16.26.
μεγαλό·σαρκος, ος, ον [γᾰ] très charnu, très gros, Spt. Ezech. 16, 26.
Étym. μ. σάρξ.
μεγαλόσαρκος, sehr fleischig, LXX.