Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οὐσιωτός
οὐσιωτός, substantifiable
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὖρος
οὐρός
οὖροσι
οὐροτάλ
Οὐροτάλ
οὐροτομέω
οὐροφύλαξ
οὐρόω
Οὖρσον ἄλσος
οὐρώδης
οὖς
οὖσα
οὐσείδιον
οὔσης
οὐσία
οὐσιάζω
οὐσιακός
οὐσιάρχης
οὐσίδιον
οὐσιομετρία
οὐσιοπάτωρ
οὐσιοποιός
οὐσιότης
οὐσιόω
Οὐσίπαι
οὐσιώδης
οὐσίωσις
οὐσιώτερα
οὐσιώτερος
οὐσιωτικός
οὐσιωτός
οὔσκη
οὖσον
οὖτα
οὐτάζω
οὐτάμεν
οὔτασκε
οὐτάω
οὔτε
οὗτε
οὕτερος
οὐτήσασκε
οὔτησις
οὐτήτειρα
οὔτι
οὔτι πη
οὔτι που
οὔτι πω
οὐτιδανός
οὔτινος
οὗτινος
Οὔτιοι
οὔτιπου
οὔτις
οὐτίς
Οὖτις
Οὔτις
οὖτις
οὔτοι
οὗτος
οὑτοσί
…
οὐσιωτός
Save
οὐσιωτός, substantifiable
LSJ
οὐσι-ωτός, ή, όν,
substantifiable,
Dam.
Pr.
83.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}