Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
οὐσιώτερος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
οὖρον
οὐροπύγιον
οὖρος
οὐρός
οὖροσι
οὐροτάλ
Οὐροτάλ
οὐροτομέω
οὐροφύλαξ
οὐρόω
Οὖρσον ἄλσος
οὐρώδης
οὖς
οὖσα
οὐσείδιον
οὔσης
οὐσία
οὐσιάζω
οὐσιακός
οὐσιάρχης
οὐσίδιον
οὐσιομετρία
οὐσιοπάτωρ
οὐσιοποιός
οὐσιότης
οὐσιόω
Οὐσίπαι
οὐσιώδης
οὐσίωσις
οὐσιώτερα
οὐσιώτερος
οὐσιωτικός
οὐσιωτός
οὔσκη
οὖσον
οὖτα
οὐτάζω
οὐτάμεν
οὔτασκε
οὐτάω
οὔτε
οὗτε
οὕτερος
οὐτήσασκε
οὔτησις
οὐτήτειρα
οὔτι
οὔτι πη
οὔτι που
οὔτι πω
οὐτιδανός
οὔτινος
οὗτινος
Οὔτιοι
οὔτιπου
οὔτις
οὐτίς
Οὖτις
Οὔτις
οὖτις
οὔτοι
…
οὐσιώτερος
Save
Bailly 2024
οὐσιώτερος,
α, ον,
plus essentiel,
Procl.
Plat. Parm.
619
.
Étym.
οὐσία
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}