About
Menu

παιωνικός

παιωνικός, healing

παιων-ικός, ή, όν,
  • healing, φάρμακα Gal. 19.169; ἐνέργειαι Procl. in Cra. p.100 P.
    • II (Παιάν III) paeonic, ῥυθμοποιίαι Plu. Mus. 2.1143d; κῶλον Demetr. Eloc. 41, Sch. Ar. Eq. 303; [μέτρον] Heph. 13.1.

Saved

Recent