παιωνισμός
παιωνισμός, a chanting of the paean
παιων-ισμός, ὁ,
- chanting of the paean, Th. 7.44; later παιᾱνισμός, Str. 9.3.12, D.H. 2.41.
παιωνισμός, οῦ (ὁ) c. παιανισμός, Thc. 7, 44.
παιωνισμός, ὁ, = παιανισμός, Hesych., v.l. bei Thuc. 7.44.
παιωνισμός, οῦ, ὁ,
παιωνίζω
- a chanting of the paean, Thuc.