παιώνειος Save Bailly 2024 Pape παιώνειος, ος, ον, c. παιώνιος, Plut. M. 118c ; Lgn 16, 2. παιώνειος, = παιώνιος, z.B. φάρμακα, Plut. consol. ad Apoll. 359, ist wohl in παιώνιος zu ändern ; vgl. Longin. sublim. 16.2.