παλαίγονος
παλαίγονος, ancient
πᾰλαί-γονος, ον,
- = παλαιγενής, Pi. O. 13.50, 14.3.
παλαί·γονος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Pd. O. 13, 70 ; 14, 5.
παλαίγονος, = παλαιγενής ; Pind. Ol. 13.48 ; Μινυᾶν παλαιγόνων 14.4.
πᾰλαίγονος
- 1ancient Χάριτες Ἐρχομενοῦ, παλαιγόνων Μινυᾶν ἐπίσκοποι O. 14.4 pro subs., μῆτίν τε γαρύων παλαιγόνων πόλεμόν τʼ O. 13.50
παλαίγονος
πᾰλαί-γονος, ον,
= παλαιγενής, Pind.