παλαιόγονος
πᾰλαιό-γονος, ον,
- = παλαίγονος, Pl. Com. 90, APl. 16.295.
παλαιό·γονος, ος, ον, c. παλαίγονος, Plat. com. 2-2, 646 Mein. ; A. Pl. 295.
Étym. cf. le préc.
παλαιόγονος, = παλαιγενής, Κεκρόπιοι, Ep.adesp. 487 (Plan. 295).
παλαιόγονος
πᾰλαιό-γονος, ον,
= παλαίγονος, Anth.