παλαιένδοξος
παλαιένδοξος, of old renown
πᾰλαι-ένδοξος, ον,
- of old renown, Ph. 2.437.
παλαι·ένδοξος, ος, ον [ᾰ] illustre depuis longtemps, Phil. 2, 437.
Étym. π. ἔνδοξος.
παλαιένδοξος, altberühmt, Philo.