παλαγμός
παλαγμός, sprinkling
πᾰλαγμός, ὁ,
- sprinkling, παλαγμοῖς αἵματος A. Fr. 327.
παλαγμός, οῦ (ὁ) [ᾰλ] souillure, Eschl. fr. 340.
Étym. παλάσσω.
παλαγμός, ὁ, Besudelung, αἵματος παλαγμοί, Aesch. frg. 329.