Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παππόπατρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παόω
παπᾶ
παπαῖ
παπαιάξ
Παπαῖος
παπαπαῖ
παπαπαπαῖ
παπαπαππάξ
πάπας
παπάω
Παπείριος
παπίας
Παπιρία
Παπίριος
πάππα
παππάζω
παππάξ
παππαπαιάξ
παππαπαππαπαῖ
πάππας
παππασμός
παππεπίπαππος
πάππης
παππίας
παππίδιον
παππίζω
παππικός
παππόθεν
παπποκτόνος
παπποπατρόθεν
παππόπατρος
πάππος
Πάππος
παπποσπέρματα
παπποφόνος
παππυλιάζω
παππώδης
παππωνυμικός
παππωνυμικῶς
παππῷος
πάπραξ
Πάπρημις
Παπρημίτης νομός
παπταίνω
παπταλάομαι
παπταλάω
παπυλιών
παπυρεών
παπυρικός
παπύρινος
παπύριον
παπυροειδής
πάπυρος
παπυροφάγος
παπυρώδης
παπυρών
πάρ
παρά
πάρα
παρα
παραβαίνω
…
παππόπατρος
Save
Pape
παππόπατρος
,
des Großvaters und Vaters
, Sp., auch παπποπατρῷος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}