παπύριον Save LSJ Bailly 2024 πᾰπῡρ-ιον, τό, Dim. of πάπυρος, Dsc. Eup. 1.183, Gp. 4.7.1. παπύριον, ου (τὸ) dim. de πάπυρος, Geop. 4, 7, 1.