παρακολλητικός
παρακολλητικός, healing by ‘first intention’
παρακολλ-ητικός, ή, όν,
- healing by ‘first intention’, π. ἀγωγή, opp. συσσάρκωσις, Orib. 45.17.11.
παρακολλητικός, ή, όν, daran leimend, Sp.