περιπιπράσκω Save LSJ Pape περιπιπράσκω, fut. Pass. περιπραθήσεται, expld. by ἀπωνηθήσεται, AB 432 (dub. l.). περιπιπράσκω, περιπραθήσεται ist B.A. 432 Erkl. von ἀπωνηθήσεται.