περιπλάνιος
περιπλᾰν-ιος, ον,
- poet. for περιπλανής, βίος AP 7.736 (Leon.).
περιπλάνιος, ος, ον [ᾰ] c. περιπλανής, Anth. 7, 736.
περιπλάνιος, poet. für περιπλανής, βίος, Leon.Tar. 55 (VII.736).
περιπλάνιος
περι-πλάνιος (ᾰ), ον,
πλάνη, Anth.