About Report a problem

Menu

περίπλεξις

περίπλεξις, εως, ἡ,
  • = περιπλοκή, συμπλοκῇ καὶ π. πάντα γεννᾶσθαι Arist. Cael. 303a8 (v.l. ἐπαλλάξει; περιπαλάξει cj. Diels).

Saved

Recent