περίπλεξις
περίπλεξις, εως, ἡ,
- = περιπλοκή, συμπλοκῇ καὶ π. πάντα γεννᾶσθαι Arist. Cael. 303a8 (v.l. ἐπαλλάξει; περιπαλάξει cj. Diels).
περίπλεξις, εως (ἡ) entrelacement, enlacement, Arstt. Cæl. 3, 4, 6.
Étym. περιπλέκω.
περίπλεξις, ἡ, das Herumwinden od. -flechten, das Verwickeln (?).