περιπλεκτικός
περιπλεκτικός, embracing
περιπλεκ-τικός, ή, όν,
- embracing, τινος Gal. 19.131.
περιπλεκτικός, ή, όν, qui se replie autour, qui enveloppe, Gal. 2, 99.
Étym. περιπλέκω.
περιπλεκτικός, embracing