περιτρωχάω Save LSJ Bailly 2024 Pape περιτρωχάω, Ep. collat. form of περιτρέχω, Q.S. 7.459. περι·τρωχάω-ῶ, περιτροχάω, Q. Sm. 7, 459. περιτρωχάω, = περιτροχάω, Qu.Sm. 7.459.