πεταλώδης
πεταλώδης, full of flakes
πετᾰλ-ώδης, ες,
- full of flakes, ὑποστάσιες ἐν τοῖσιν οὔροισιν Hp. Prog. 12, cf. Gal. 8.411.
πεταλώδης, ης, ες [ᾰ] en forme de lames de métal : πεταλῶδες οὖρον, Hpc. Progn. 40, urine chargée d’écailles foliacées.
Étym. πέταλον, -ωδης.
πεταλώδης, ες, blätterartig, -ähnlich, Sp.