πεταυριστήρ Save Bailly 2024 Pape πεταυριστήρ, ῆρος (ὁ) danseur de corde, Man. 4, 278. Étym. πέταυρον. πεταυριστήρ, ῆρος, ὁ, = πεταυριστής, Maneth. 4.278.