πινακίσκος
πινακίσκος, small tablet, plate
πῐνᾰκ-ίσκος, ὁ,
- Dim. of πίναξ 2, Ar. Pl. 813, Fr. 532, Pherecr. 108.14, Pl.Com. 119, Lync. 1.6.
πινακίσκος, ου (ὁ) [ῐᾰ] dim. de πίναξ, Ar. Pl. 813, etc. ; Lync. (Com. fr. 4, 433); Phérécr. (Com. fr. 2, 300).
πινακίσκος, ὁ, = πινακίδιον, Ar. Plut. 813.
πινακίσκος
πῐνᾰκίσκος, ὁ,
= πινάκιον, Ar.