Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πινακικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιλωτάριος
πιλωτός
πιμελή
πιμελής
πιμελός
πιμελοσαρκοφάγος
πιμελόω
πιμελώδης
πιμεντάριος
πίμπλα
Πίμπλα
πιμπλάνομαι
πιμπλάνω
πιμπλάω
Πίμπλεια
πιμπλέω
πίμπλη
Πιμπληΐς
πίμπλημι
πιμπράω
πίμπρημι
πίν
πῖν
πῖνα
πίνα
πινακηδόν
πινακιαῖος
πινακιδᾶς
πινακίδιον
πινακικός
πινακικῶς
πινάκιον
πινακίς
πινακίσκιον
πινακίσκος
πινακογραφέω
πινακογραφία
πινακογραφικός
πινακογράφος
πινακοειδής
πινακοθήκη
πινακοποιός
πινακοπώλης
Πινακόσπογγος
πινάκωσις
πίναξ
Πίναρα
πινάριον
Πινάριος
πιναρόομαι
πιναρός
Πίναρος
πιναρότης
πιναροχαίτης
πιναρόω
πινάτρα
πινάω
πίνδαλος
Πινδάρειος
Πινδαρέος
Πινδαρικός
…
πινακικῶς
Save
Bailly 2024
πινακικῶς
[
ῐᾰ
]
adv.
en forme de table (des matières)
Ptol.
Tetr.
53, 13
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}