Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποταῷον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποταμογείτων
ποταμοδιάρτης
Ποταμοῖ
Ποταμοί
ποταμοκαρίδες
ποταμόκλυστος
ποταμόνδε
ποταμόρρυτος
ποταμός
Ποταμός
ποταμοφόρητος
ποταμοφυλακία
ποταμοφυλακίδες
ποταμόχοος
ποταμόχωστος
ποταμώδης
Ποτάμων
ποτανής
ποτανός
ποτάομαι
ποταπός
ποταποφωνέω
ποταρός
ποτάρται
ποταρχέω
ποτάς
ποταυγάζομαι
ποταύγασις
ποταυδάω
ποταυλέω
ποταῷον
ποταῷος
πότε
ποτε
ποτέ
Ποτείδαια
Ποτειδάν
Ποτειδᾶν
Ποτειδάνιον
Ποτειδεάτης
Ποτειδεατικός
ποτεῖδον
ποτεκιγκλίζευ
ποτεκιγκλίσδευ
ποτεκλεπτόμαν
ποτελέξαθ’
ποτένθῃς
ποτεξορκίζω
ποτέοικα
ποτέομαι
ποτέος
ποτεπλάσθη
ποτερίσδω
πότερον
πότερος
ποτέρχομαι
ποτέρωθεν
ποτέρωθι
ποτέρωθι;
ποτέρως
ποτέρωσε
…
ποταῷον
Save
Pape
ποταῷον
, [ᾱ], adv. dor.
gegen Morgen
, Theocr. 4.33 (= προσηῷος).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}