ποταῷος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ποτᾱῷος, ῴα, ῷον, Dor. for προσηῷος, Theoc. 4.33. ποτ·αῷος, v. προσηῷος. ποτᾱῷος -ῴα -ῷον Dor. voor προσηῷος. ποταῷος, [ᾱ], dor. statt προσηῷος, Theocr. 4.33.