Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβολλεύω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβλαστάνω
προβλάστημα
πρόβλαστος
προβλεπτικός
προβλέπω
προβλεψία
πρόβλημα
προβληματικός
προβλημάτιον
προβληματοπλόκος
προβληματουργικός
προβληματουργός
προβληματώδης
προβλής
πρόβλησις
προβλητέον
προβλητικός
προβλῆτις
πρόβλητος
προβλήτωρ
προβλώσκω
προβοάω
προβοηθέω
προβόλαιον
προβόλαιος
προβολάριος
προβολεύς
προβολή
προβόλιμος
προβόλιον
προβολλεύω
πρόβολος
πρόβονεν
προβόσκημα
προβοσκίς
προβοσκός
πρόβοσκος
προβουλεία
προβούλευμα
προβουλευμάτιον
προβούλευσις
προβουλεύω
προβουλή
προβούλιον
προβούλομαι
προβουλόπαις
πρόβουλος
προβραχής
πρόβραχυς
προβραχύς
προβρέχω
πρόβροτος
προβύω
προβωθέω
προβώμιος
προβῶντες
προγαμέω
προγαμιαῖος
προγάμιος
πρόγαμος
προγανόω
…
προβολλεύω
Save
LSJ
προβολλεύω,
Aeol. for προβουλεύω I.2,
IG
12(2).526d4 (Eresos).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}