προστάτις
προστάτις, champion, leader (fem. of προστάτης)
προστάτ-ις, ιδος,
- fem. of προστάτης, ἐὰν . . θέληθʼ ὁμοῦ προστάτισι ταῖς σεμναῖσι . . θεαῖς (Dind. for ἐὰν . . θέλητέ μου πρὸς ταῖσι ταῖς σ.) S. OC 458; προστάτιν ἐπιγράφεσθαί τινα Luc. Bis Acc. 29; ὁ δῆμος ἀρχὴν ἑαυτοῦ π. ἀπέφηνε καὶ ἐκάλεσε δημαρχίαν App. BC 1.1; νύμφαις ὑδάτων προστάτισιν Porph. Antr. 12, cf. 18, Luc. Charid. 10; τὴν ἰδίαν π., of Rhea, prob. in CIG 6835 (inc. loc.); π. τοῦ Ἀνούβεως PMag.Osl. 1.338.
προστάτις, ιδος, acc. -ιν (ἡ) [ᾰῐδ] fém. de προστάτης, Soph. O.C. 458 ; Luc. Bis acc. 29, etc.
προστάτις, ιδος, ἡ, fem. von προστάτης ; bei Soph. O.C. 459 Conj. Dindorfs ; Luc. bis accus. 29 ; NT.
Strong 4368
*
a patroness, protectress: Ro 16:2.†
προστάτις, ιδος,
fem. of προστάτης, Luc.