πτωματικός
πτωματικός, subject to epilepsy
πτωμᾰτ-ικός, ή, όν,
- subject to epilepsy, Vett.Val. 113.1; -κά, τά, = πτωματισμοί, Procl. Par.Ptol. 215.
πτωματικός, ή, όν [ᾰ] épileptique, Procl. Ptol. p. 215.
Étym. πτῶμα.