Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σίτευσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιταγωγός
σιταῖα
σιταλετικός
Σιτάλκας
σιτάλκας
Σιτάλκης
σιτανίας
σιταποδέκτης
σιταποδοχεῖον
σιταποχία
σιτάριον
σιτάρκεια
σιταρκέω
σιτάρκημα
σιτάρκησις
σιταρκία
σιταρκισμός
σιταρχέω
σιτάρχημα
σιτάρχης
σιταρχία
σίταρχος
σιταρχώ
σιτεία
σιτένδεια
σιτέομαι
σιτέσκοντο
σιτεύεσκον
σιτεύσιμον
σιτεύσιμος
σίτευσις
σιτευτάριος
σιτευτής
σιτευτός
σιτευτώριος
σιτεύω
σιτευωνέω
σιτέω
σιτηβόρος
σιτηγέω
σιτηγήσια
σιτηγία
σιτήγονος
σιτηγός
σιτηρεσιάζω
σιτηρέσιον
σιτηρέσιος
σιτήριος
σίτηρις
σιτηρός
σίτησις
σιτητός
σιτηφάγος
σιτίζω
σιτικός
σίτινος
σιτίον
σίτισις
σίτισμα
σιτισμός
σιτιστής
…
σίτευσις
Save
LSJ
σῑτ-ευσις, εως, ἡ,
=
σιτεία,
PMich.Zen.
48.2 (iii B.C.),
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}