Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στήωσι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στῆριγξ
στηρίζω
στηρικτέον
στηρικτής
στηρικτικός
στηρικτός
στήριξις
στήριον
στῆσα
Στησαγόρας
στῆσαι
στῆσαν
Στησήνωρ
Στησικλῆς
Στησίλαος
Στησίλειος
Στησίμβροτος
στήσιος
Στήσιος
στησίφυλλον
Στησιχόρειος
Στησιχόρη
στησίχορος
Στησίχορος
στήσω
στήτα
στῆτε
στήτη
στήτην
στητώδης
στήωσι
στῖ
στία
στιάζω
στιβάδειον
στιβαδεύω
στιβάδιον
στιβαδοκοιτέω
στιβαδοποιέομαι
στιβαδοποιέω
στιβάζω
στιβαρηδόν
στιβαρός
στιβαρότης
στιβαρῶς
στιβάς
στίβασις
στιβδός
στιβεία
στιβεῖον
στιβεύς
στιβευτής
στιβεύω
στιβέω
στίβη
στιβήεις
στίβι
στιβία
στιβιάω
στιβίζομαι
στιβίζω
…
στήωσι
Save
Bailly 2024
στήωσι,
épq. 3 pl.
sbj. ao. 2 d’
ἵστημι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}