στοιχιαῖος
στοιχιαῖος, equal to one row
στοιχ-ιαῖος, α, ον,
- equal to one row or course, in masonry, ὑπερτόναια . . πάχος στοιχιαῖα μῆκος ὀκτώποδα IG 2(2).463.57.