στολαγωγός
στολᾰγωγ-ός, ὁ,
- = στολάρχης, Polem. Cyn. 35 codd. (στολαγοῦ Hinck).
στολ·αγωγός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le suiv. Polém. 1, 25.
Étym. στόλος, ἄγω.
στολαγωγός, = στόλαρχος, Polem. 1.35.