στόλισμα
στόλισμα, a garment, mantle
στόλ-ισμα, ατος, τό,
- equipment, garment, E. Hec. 1156, Stud.Pal. 22.183.45 (ii A.D.), etc., prob. in PTeb. 598 (ii A.D.).
στόλισμα, ατος (τὸ) équipement, Eur. Hec. 1156.
Étym. στολίζω.
στόλισμα, τό, Rüstung, Bekleidung, γυμνόν μʼ ἔθηκαν διπτύχου στολίσματος Eur. Hec. 1156.
στόλισμα, ατος, τό,
στολίζω
- a garment, mantle, Eur.