Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στολαρχία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στοιχειώδης
στοιχειωδῶς
στοιχείωμα
στοιχειωματικοί
στοιχειωματικός
στοιχείωσις
στοιχειωτής
στοιχειωτικός
στοιχειωτός
στοιχευτής
στοιχέω
στοιχηγορέω
στοιχηδίς
στοιχηδόν
στοίχημα
στοιχητέον
στοιχητής
στοιχιαῖος
στοιχίδιον
στοιχίζω
στοιχικός
στοιχισμός
στοιχομυθέω
στοῖχος
στοιχούντως
στοιχώδης
στολαγωγέω
στολαγωγός
στολάζομαι
στολάρχης
στολαρχία
στόλαρχος
στολάς
στολή
στολίδιον
στολιδόομαι
στολιδόω
στολιδώδης
στολίδωμα
στολιδωτός
στολίζω
στόλιον
στολίον
στολίς
στόλισις
στόλισμα
στολισμός
στολιστεία
στολιστήριον
στολιστής
στολμός
στολοδρομέω
στολοκρατές
στόλοκρος
στόλος
στολυξώδης
Στόλων
στόμα
στομαδιαστολεύς
στομακάκη
στομαλγέω
…
στολαρχία
Save
Pape
στολαρχία
, ἡ,
das Amt oder die Würde des στόλαρχος
, Nicet.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}