στυπτηριώδης
στυπτηριώδης, like or containing alum
στυπτηρ-ιώδης, ες,
- like στυπτηρία, containing it, ὕδατα Hp. Aër. 9, Thphr. CP 2.5.1; γῆ Arist. Pr. 937b23, Str. 3.2.8; λουτρόν Antyll. ap. Orib. 10.3.1; τὰ σ. Gal. 6.35, al.
στυπτηριώδης, ης, ες, qui a un goût d’alun, Hpc. Aër. 286 ; Probl. 24, 18 ; Th. C.P. 2, 5, 1.
Étym. στυπτηρία, -ωδης.
στυπτηριώδης, ες, alaun- od. vitriolartig, Theophr., Diosc.