στύππαξ Save LSJ Bailly 2024 Pape στύππαξ, ὁ,= στυππειοπώλης, nickname of Eucrates, Ar. Fr. 696 (vv.ll. στύπαξ, στύγαξ). στύππαξ, ακος (ὁ) [ᾱκ] c. στυππειοπώλης, Ar. fr. 540 Dind. Étym. στύππη. στύππαξ, ὁ, s. στύπαξ.