στύπος
στύπος, stem, stump, block
στύπος2, coarse fiber
στύπος [ῠ], εος, τό,
- stem, stump, block, στιβαρὸν σ. ἀμπέλου A.R. 1.1117; pl., Plb. 1.48.9, 21.27.4; also = κύτος, σ. ὅλμου Nic. Th. 951, Al. 70.
στύπος,
- = στύππη, κάλοι ἀπὸ στύπου Gal. 19.126.
1 στύπος, εος-ους (τὸ) [ῠ]
1 tronc, d’où bâton, A. Rh. 1, 1117 ; Pol. 22, 10, 4 ||
2 c. κύτος, Nic. Th. 952, Al. 70.
Étym. pré-grec.
2 στύπος, ου (ὁ) c. στύπη, Gal. 2, 98.
στύπος, εος, τό, Stock, Stange, Stengel, Stiel, stipes, Schol. Ap.Rh. 1.1117 ; στύπη δρύϊνα, Pol. 22.16.4 ; Nic. Ther. 952 ; Al. 70, ὅλμου στύπος = κύτος.