στύππιον Save Bailly 2024 Pape στύππιον, mieux que στύπιον, ου (τὸ) c. στυππεῖον, Dém. 1145, 6, etc. στύππιον, τό, = στυπεῖον ; Dem. führt unter den Vorräten des Schiffsarsenals auf ὀθόνια, στύππια καὶ σχοινία, οἷς κατασκευάζεται τριήρης, 47.20.