στόρνη
στόρνη, ἡ,
- = ζώνη, Call. Hec. Fr. 260.15 Pf. [updated ref.] (cf. Suid.), Lyc. 1330.
στόρνη, ης (ἡ) c. ζώνη, Lyc. 1330 ; Call. fr. 476.
στόρνη, ἡ, = ζώνη, Lycophr. 1330.