συγχώρημα
συγχώρημα, a concession
συγχώρ-ημα, ατος, τό,
- concession, Plb. 5.67.8, al.; σ. λαβεῖν παρά τινος Id. 4.73.10; περί τινος Id. 1.85.3; σ. γίγνεταί τινι Id. 6.13.3; σ. τιμῆς Plu. Publ. 20.
- 2 agreement, PSI 2.189.18 (ii A.D.), etc.
συγχώρημα, ατος (τὸ) concession, consentement, Pol. 1, 85, 3 ; 4, 73, 10 ; 5, 67, 8, etc. Plut. Popl. 20.
Étym. συγχωρέω.
συγχώρημα, τό, das Nachgegebene, Erlaubnis, Urlaub ; Pol. 5.67.8 u. öfter ; συγχώρημα λαβεῖν παρά τινος, 4.73.10 ; c. inf., 4.80.12 ; περί τινος, 1.85.3.
συγχώρημα
from συγχωρέω
συγχώρημα, ατος, τό,
- a concession, Plut.