Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συοβόσκης
συοβόσκης, swineherd
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συνωμοτία
συνωμοτικός
συνωμοτικῶς
συνωμότις
συνώμοτον
συνώμοτος
συνωνέομαι
συνωνή
συνωνητής
συνώνητος
συνωνυμέω
συνωνυμία
συνώνυμος
συνωνύμως
συνῶπται
συνωριαστής
συνωρίζω
συνωρικεύομαι
συνώριος
συνωρίς
συνωριστής
σύνωρον
συνωροσκοπέω
σύνωσις
συνωφελέω
συνωχαδόν
συοβαύβαλος
συόβαυνος
συοβοιωτοί
συοβόσιον
συοβόσκης
συοβόσκιον
συοβοσκός
συόβρωτος
συοδήλητος
συοθήρας
συοθρέμμων
συϝοικία
συοκτασία
συοκτονία
συοκτόνος
συόκτονος
συόομαι
συοπλῆξ
συοπλουτοσύνη
συορόγχαι
συοτρόφος
συοφόνος
συοφόντης
συοφόντις
συοφορβέομαι
συοφορβέω
συοφόρβιον
συοφορβός
Συπαληττεύς
Συπαλήττιος
Συπαληττόνδε
συππινᾶς
συπύη
σῦρ
σύρα
…
συοβόσκης
Save
συοβόσκης, swineherd
LSJ
σῠο-βόσκης, ου, ὁ,
swineherd,
Hsch.
s.v. ὑοβότης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}