About
Menu

τινθαλέος

τινθᾰλέος, α, ον, = sq., ποτόν, λοετρά, Nic. Al. 445, 463, cf. Epic. in Arch.Pap. 7.7, Nonn. D. 2.501. (Cf. διατινθαλέος.)

Saved

Recent