τριακοντούτης
τρῐᾱκοντ-ούτης, τρῐᾱκοντ-οῦτις, v. τριακονταέτης.
τριακοντούτης, ης, ες, gén. εος [ᾱ] qui dure trente ans, Thc. 1, 23 et 115 ; 2, 2, etc.
Étym. τριάκοντα, ἔτος.
τριακοντούτης, [ᾱκ], ες, dreißigjährig ; αἱ τριακοντούτεις σπονδαί, Thuc. 1.23, 115, 2.2. Vgl. τριακονταέτης u. τριακοντοῦτις.
τριακοντούτης ², [ᾱκ], ὁ, = τριακονταέτης, Plat. Rep. VII.539a ; Poll. 1.56.