τριακοντοῦτις
τριακοντοῦτις, ιδος [ᾱ] fém. du préc. Thc. 1, 87 ; Is. 57, 36 ; Ar. Ach. 194, Eq. 1388.
τριακοντοῦτις, [ᾱκ], ιδος, ἡ, fem. zu τριακοντούτης ; αἱ τριακοντούτιδες σπονδαί, der dreißigjährige Waffenstillstand, Thuc. 1.87, wie Ar. Ach. 193, Eq. 1385 ; Isae. 6.19 ; vgl. Lobeck Phryn. 408.