τριακοντόδραχμος
τριακοντόδραχμος, of thirty drachmae
τρῐᾱκοντό-δραχμος, ον,
- of thirty δραχμαί, τέλος Schwyzer 366 A 22 (Tolophon, iii B. C.).
τριακοντόδραχμος, of thirty drachmae