τριπλανήτης
τριπλανήτης, much-wandering
τρι-πλᾰνήτης, ου, ὁ, in Dor. form τριπλανάτας,
- much-wandering, ὁ τ. ἐστὶ Λαρτίου γόνος IG 9(1).880 (Corc.).
τριπλανήτης, much-wandering